header image
Αρχική
Τα χωριά μας
Ιστορία και Πρόσωπα
Ο Αγραφιώτης ποταμός
Ο Δήμος
Οι Σύλλογοι
Γιορτές / Εκδηλώσεις
Αξιοθέατα
Τουρισμός
Εφημερίδες / Περιοδικά
Φωτογραφίες / VIDEO
Αγραφιώτικα Βιβλία

   Αγραφιώτικα  ποιήματα  !   
     
 
   Η  φωτογραφία του μήνα !   
 Αγία Απάντα Τροβάτου

     Πανευρυτανική  Ένωση     
     

    
  Η Εφημερίδα των Αγράφων 
      


          Το Μοναστηράκι       
      

    Ελληνομουσείο Αγράφων  
     
      
      
 Βυζαντινό Μουσείο -14 Νοεμ.
     

2o Τουρνουά  Δηλωτής-Τάβλι 
    

 Κατσαντώνης 1775 - 1809 
  Αντώνης Μακρυγιάννης - Κατσαντώνης

     
                
  Για περισσότερες πληροφορίες
    
 
  Καλωσορίσατε στ'  Ά γ ρ α φ α  
     
        Κ α λ ή    Ά ν ο ι ξ η      

           

         

Αρχική arrow Άρθρα | arrow Στη Νιάλα κει στον Αϊ-Λιά
Στη Νιάλα κει στον Αϊ-Λιά Εκτύπωση E-mail
Νικόλαος Γ. Αλεξάκης             Σ τ η   Ν ι ά λ α   κ ε ι   σ τ ο ν   Α ϊ - Λ ι ά    
             Κ  ι θ ά ρ α   μ  ι α   κ α ι   δ υ ο   β ι ο λ ι ά   
    Ήταν Ιούλιος του 1959. Ανήμερα της ιερής γιορτής του προφήτη Ηλία, του αγίου των βουνών, όπως τον θέλει η παράδοση.  Με το χάραμα ξύπνησα. Βιαστικά και απρόσεκτα ντύθηκα, γιατί ο νους μου ήταν αλλού. Έβγαλα μια λευκή μαξιλαροθήκη...            ( αφήγηση  Νικόλαος Γ. Αλεξάκης )

     Έδεσα τις δύο κατά μήκος άκρες της μ’ένα γερό σκοινί, σαν τη λωρίδα κυνηγητικού όπλου. Τοποθέτησα μέσα το βιολί μου και το δοξάρι, το δε κολοφώνιο, κομμάτι από ρετσίνι για το τρίψιμο του τρίχινου δοξαριού, το έβαλα στην τσέπη μου. Πέρασα χιαστί στις πλάτες μου τη μαξιλαροθήκη με το βιολί μου, κατέβηκα γρήγορα τις πέτρινες σκάλες του σπιτιού μου και κατηφόρισα το μονοπάτι προς τον οικισμό Στανάδες Βραγγιανών και από κει βρέθηκα πολύ σύντομα στην αυλή του σπιτιού, του συνομήλικου φίλου μου,Βασίλη Κων. Τσιώλη, λίγο πιο πάνω από την ιστορική βρύση Φοντάνα, του Οσίου Ευγενίου Γιαννούλη.
Τσιώλης Κ. Βασίλης     Με πολλή χαρά με υποδέχτηκαν τόσο ο φίλος μου Βασίλης, όσο και η φιλόξενη, χρυσή και μακαρίτισσα πια μάνα του θεια-Κατερίνη, η οποία μας έβρασε φρέσκο, κατσικίσιο γάλα από σπάνια φυτά και βότανα των Βραγγιανίτικων αλπικών βουνών.
     Μετά το θαυμάσιο πρωινό μας πήραμε τα μουσικά μας όργανα χιαστί στις πλάτες μας, βιολί και κιθάρα και ανηφορίσαμε τον πυκνό, πανέμορφο ελατιά. Φτάνοντας στη θέση Κόκκινο Χωράφι καθίσαμε να ξεκουραστούμε και συγχρόνως κουρτίσαμε τα όργανα μας με ένα διαπασών, που παράγει τη νότα Λα. Κατόπιν παίξαμε την εισαγωγή από το σκάρο «Η Βλάχα», και αμέσως συνεχίσαμε τη θαυμάσια, καλοκαιρινή διαδρομή μας μέσα από πανύψηλα έλατα, φτέρες, πλαγιές, διάσελα και ρέματα, ώσπου φτάσαμε κάτω από «τα ουρανομήκη βουνά» του Οσίου Ευγενίου Γιαννούλη, Τσεκούρα και Καταραχιά.
 Εκεί, στη μέση της μεγάλης πλαγιάς, υπήρχε μια φυσική πηγή, που ανάβλυζε από αιώνες το πιο κρουσταλλένιο και πεντακάθαρο νερό της περιοχής σε υψόμετρο 1700μ.
Τσιώλης Σπ. Βασίλης     Δεν προλάβαμε να καθίσουμε στα φυσικά και ολοκάθαρα πέτρινα σκαμνιά. Να και ο τρίτος φίλος και σύντροφος, από τον οικισμό Βαλαρίου Βραγγιανών, με το βιολί του, ο Βασίλης Τσιώλης του Σπύρου, εξάδελφος του Βασίλη με την κιθάρα. Έτσι η παραδοσιακή, για κείνη την εποχή, κομπανία μας συγκροτήθηκε πλήρως :Μια κιθάρα και δυο βιολιά. Στη συνέχεια κούρτισε και ο Βασιλής το βιολί του και δοκιμαστικά παίξαμε για λίγο το κλέφτικο τραγούδι «Κίνησε η Όλγα μας πρωί». Η μελωδία αντήχησε σ’όλη τη γύρω πανέμορφη πλάση και σίγουρα οι ωραίες, αγαθές και φίλες του χορού Ορεστιάδες (Νεράιδες των ορέων) θα έστησαν αόρατα τρελό χορό.
     Σε λίγο βγήκαμε στη θέση Καναλάκι. Η θέα ήταν πανοραμική. Γύρωθεν οι πανέμορφες, δαντελλωτές οροσειρές των Αγράφων και κάτω τα όμορφα χωριά Επινιανά, Τρίδενδρο, Τροβάτο, Βραγγιανά, Άγραφα, Μοναστηράκι και Μάραθος με τους οικισμούς τους. Όλα χωμένα στο πράσινο και να τα διασχίζουν οι παραπόταμοι του Αγραφιώτη.
     Βαδίζοντας στο μονοπάτι της πετρωτής πλαγιάς, βγήκαμε στο φρύδι της απέραντης και καταπράσινης Νιάλας των Αγράφων, όπου στις 12 και 13 Απριλίου 1947, Μ. Σάββατο και Πάσχα αντίστοιχα, βρέθηκαν στις ίδιες σκηνές αντάρτες και στρατός κατά τον επάρατο αδελφοκτόνο εμφύλιο, λόγω των φοβερών καιρικών συνθηκών, της συνεχούς χιονόπτωσης, του παγετού και του θυελλώδους και ψυχρού ανέμου.
     Αμίλητοι, από σεβασμό στους τόσους αδικοχαμένους αδελφούς μας, (γυναίκες, παιδιά και μεγάλοι),περάσαμε αυτόν τον βαρύ και ιερό τόπο.
 Κατευθυνθήκαμε προς τον Ι.Ν. του Προφήτη Ηλία βλέποντας μπροστά μας το όρος Κοιμωμένη, που ο ολόλαμπρος καλοκαιρινός ήλιος τη φώτιζε λούζοντάς την σαν υπέροχο θεατρικό σκηνικό.
     Φτάνοντας στον αύλειο χώρο της εκκλησιάς κρεμάσαμε τα μουσικά μας όργανα σ’έναν από τους ξύλινους στύλους του πρόχειρου σκέπαστρου με φτέρες. Αυτό ήταν ένα υπαίθριο, πρόχειρο κατάστημα, το οποίο πρόσφερε τσίπουρο, ούζο, λουκούμι «ΛΕΜΑ» από την Καρδίτσα και καφέ.
 Άλλο ένα όμοιο καφενείο υπήρχε λίγο πιο πέρα. Και τα δύο καφενεία τα είχαν Αγραφιώτες από τον οικισμό Σάικα Αγράφων, που βρίσκεται στη ρεματιά της Νιάλας.
     Μπήκαμε στο μικρό και απέριττο εκκλησάκι και με ευλάβεια ανάψαμε τα κεράκια μας. Ο κόσμος πολύς μέσα κι έξω. Ο πατήρ παπα-Κώστας από τα Άγραφα ήταν ο ιερός λειτουργός της θείας λειτουργίας με ψάλτη τον μακαρίτη πια αδελφό του Μήτσιο Παπαγεωργίου.
     Όταν τελείωσε η θεία λειτουργία, έγινε η ύψωση της ιερής εικόνας του Προφήτη Ηλία, την ασπαστήκαμε, πήραμε το ευλογημένο αντίδωρο και μοιραστήκαμε στους πάγκους των δύο καφενείων.
     Κάποιοι μερακλήδες με τα πρώτα οινοπνευματώδη κεράσματα μερακλώθηκαν. Η κομπανία μας, «Δυο βιολιά και μια κιθάρα» ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και ο χορός ξεκίνησε με το παραδοσιακό τραγούδι: «Μίνια βολά είν’ η λεβεντιά/ μίνια βολά είν’ τα νιάτα».
     Στο άλλο καφενείο έπαιζε η κομπανία του μακαρίτη Παναγιώτη Δ. Μπούκα, δεξιοτέχνη και πολύ έμπειρου βιολιτζή, με δεύτερο βιολί το Μητσιάκο Πανταζή και κιθάρα το μακαρίτη Νικόλαο Πανταζή.
     Ο πατήρ παπα-Κώστας από τ’ Άγραφα έσυρε πρώτος το χορό διαδοχικά και στα δύο χοροστάσια. Ήταν αληθινός ιερέας αλλά και καλός άνθρωπος, συνετός και φίλος με όλους. Γι’αυτό άφησε μνήμη αγαθή.
     Το απογευματάκι ο κόσμος άρχισε να αραιώνει, να φεύγει. Άλλοι ήταν καλεσμένοι σε σπίτια, που είχαν κουρμπάνι (ονομαστική γιορτή), στη Mεσιακιά Νιάλα και άλλοι στην Aκριανή προς το Χαλιά.
     Εμείς, η κομπανία μας, ήμασταν καλεσμένοι πρώτα στο σπίτι του μακαρίτη Ηλία Μίχου, που γιόρταζε, όπου και τους διασκεδάσαμε μέχρι και το βραδάκι. Κατόπιν πήγαμε στο σπίτι του μακαρίτη Γούλα Θεμιστοκλή, στην Ακριανή Νιάλα. Κάποιος από την οικογένειά του είχε την ονομαστική του γιορτή.
     Πριν φτάσουμε στην αυλή του σπιτιού, αρχίσαμε να παίζουμε τη γνωστή, συνήθως σε γάμους, χαρούμενη μελωδική μαντινάδα. Στην είσοδο του πέτρινου σπιτιού του μας καλωσόρισαν με χαρά, μας οδήγησαν σ’ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου καθίσαμε στις ξύλινες τάβλες ,που είχαν τοποθετήσει.
     Σε λίγο ο νοντάς γέμισε από καλεσμένους, που πήραν την ανάλογη θέση τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς θυμούμαι τους Μεγαλοβραγγιανίτες Νάσιο Κασιώνη, τον μακαρίτη Νίκο Κ. Αλεξάκη από το Ξοδιάσελο, τον Μήτσο Γ. Αλεξάκη από τον Έλατο και τον μακατίτη Γιώργο Παρθένη (Μαμαλίγκα), από τη Γούβα. Οι ωραίες, καλοσυνάτες βλαχοπούλες νοικοκυρές έστρωσαν τα τραπεζομάντηλα. Αμέσως ένας καλλίφωνος της παρέας άρχισε να τραγουδά: Βρε καλέ μας ταβερνιάρη/ φέρε μας ψωμί να φάμε/ και να δεις πώς θα το πάμε/ φέρε μας κρασί να πιούμε/ και να δεις πώς θα το πούμε...
     Πριν τελειώσει το τραγούδι οι νυκοκυρές είχαν φέρει στο τραπέζι και μπροστά στον κάθε καλεσμένο, άφθονο κρέας ψητό της σούβλας, τυρί, τσιαλαφούτι, σπιτίσιο καλοζυμωμένο και καλοψημένο ψωμί, γυάλινα ποτήρια, εκλεκτό κρασί από το Βλάσδο Καρδίτσας, και νοστιμότατα κοκορέτσια και σπληνάντερα.
      Ακολούθησε και δεύτερο τραγούδι, αφιερωμένο στον εορτάζοντα σπιτονοικοκύρη: Σε τούτο σπίτι που’μαστε/ σε τούτο νοικοκύρη/ Με τα γλυκά του τα κρασιά/ με τα’μορφα τραπέζια/ Να τον πολυχρονίσουμε/ Να ζήσει χρόνους εκατό/ και ξάμηνα διακόσια...
     Μετά από το φαγητό τραγούδησαν με το στόμα πολλά τραγούδια, ώσπου ήρθε η ώρα του χορού και η σειρά της κομπανίας. Πρώτος έσυρε το χορό ο οικοδεσπότης με το τσάμικο: «Θέλω ν’ανέβω στ’Άγραφα». Αν και ήμασταν πρωτόπειροι και αδέξιοι, χωρίς άσκηση και πείρα, καταφέραμε, με τη νεανική μας φωνή, με την κιθάρα που σκέπαζε τα φάλτσα μας και με τη βοήθεια της αλήθειας του κρασιού, να τους κάνουμε να χορεύουν με πάθος, με κέφι και να ευθυμούν.
 Κατά τα μεσάνυχτα άρχισε ν’ αστράφτει, να μπουμπουνίζει και να βρέχει καταρρακτωδώς. Οι πλάκες της στέγης του σπιτιού σε κάποια σημεία είχαν ξεσύρει από το βάρος του χιονιού την περίοδο του χειμώνα και το νερό έσταζε πάνω μας.Προσπαθούσαμε να προστατέψουμε τα μουσικά μας όργανα. Το γλέντι όμως συνεχιζόταν αμείωτο και τα χρηματικά κεράσματα, κυρίως κέρματα, έπεφταν στο κοίλωμα της κιθάρας ή στις τσέπες μας. Αν κόλλαγαν και από κανένα χαρτονόμισμα στα βιολιά, στο τέλος το ξαργύρωναν με κέρματα.
     Με το ξημέρωμα μείναμε τρεις να λαλούμε και δυο να χορεύουνε με τη χαρά στο ποτήρι, τη φλυαρία στα χείλη και τη μποτιλιαρισμένη τρέλα τους.
 Σε λίγο ο σπιτονοικοκύρης, μακαρίτης πια Γούλας Θεμιστοκλής, μας ευχαρίστησε, γιατί καταφέραμε να διασκεδάσουμε τους εκλεκτούς καλεσμένους του μέχρι πρωίας, μας χαιρέτησε εγκάρδια και η καλή γυναίκα του Ευαγγελία, μας ξεπροβόδισε δίνοντάς μας αρκετό ψητό κρέας, νόστιμο βουνίσιο τυρί Νιάλας Αγράφων και καλοψημένο σπιτίσιο ψωμί για το δρόμο, ώσπου να φτάσουμε στο χωριό μας και στα σπίτια μας.
     Ο ήλιος βγήκε ολόλαμπρος και φώτιζε το απέραντο λιβάδι της Νιάλας, την δαντελλωτή οροσειρά των Αγράφων και τις θεόρατες κορυφές Τσεκούρα και Καταραχιά βουνών, που φάνταζαν μπροστά μας σαν να άγγιζαν τον καταγάλανο ουρανό.
     Ανηφορίζοντας κάποια στιγμή φτάσαμε σε μια φυσική πηγή,που ανάβλυζε το κρυσταλλένιο, πεντακάθαρο νερό της μέσα από το βουνό και ανάμεσα από δύο ριζιμιά κοτρώνια.Καθίσαμε δίπλα από τη φυσική πηγή, γκούρα. Πήραμε και φάγαμε με πολλή όρεξη τα νόστιμα φαγιά μας, κρέας τυρί και ψωμί, ήπιαμε δροσερό νεράκι και αρχίσαμε την καταμέτρηση των κόπων μας. Ο Βασίλης γύρισε το στόμα της κιθάρας του κι εκείνη ξέρασε ένα σωρό κέρματα και λίγα χαρτονομίσματα. Βγάλαμε και από τις τσέπες μας αρκετά. Ξανακουνήσαμε δυνατά την κιθάρα με το στόμα της προς τα κάτω, αλλά τίποτα περισσότερα. Τα μετρήσαμε. Ήταν 700 δρχ. Πήρε ο καθένας το μερίδιό του κι επιστρέψαμε στα σπίτια μας, στη ζεστή και γεμάτη αγάπη γωνιά μας.
     Ο Βασίλης με το βιολί του σταδιοδρόμησε στη συνέχεια ως επαγγελματίας, δεξιοτέχνης βιολιτζής. Μάλιστα τα πρώτα του μαθήματα τα έκανε στο διάσημο βιολιτζή Σωτήρη Ζώτο από το Νεοχώρι Καρδίτσας.
     Ο δεύτερος Βασίλης με την κιθάρα του δε συνέχισε το καλλιτεχνικό του ταλέντο, όμως κι εκείνος πρόκοψε στη ζωή του.
 Προσωπικά είχα μαθητεύσει κοντά στον μακαρίτη Στέφανο Χρήστου (Στέφο Μαστρομήτρο), έναν από τους πλέον δεξιοτέχνες παραδοσιακούς βιολιτζήδες του χωρού μας, όπως ήταν και ο  επίσης άριστος βιολιτζής Μπούκας Δημήτριος (Μήτσιος). Όμως παρά τη μεγάλη αγάπη μου για το βιολί, έγινα πρώτα αγροτικός διανομέας στο Ταχυδρομείο Αγράφων και κατόπιν δάσκαλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας.
     Κανείς σχεδόν δεν ζει όπως θέλει, αλλά όπως του έρχεται η ζωή. Με αγάπη από τα δυό βιολιά και τη μια κιθάρα!   


( αφήγηση  Νικόλαος Γ. Αλεξάκης )
Νίκος Γ. Αλεξάκης, Ζαγορίου 6, 14569,
 Άνοιξη Αττικής, τηλ. 210-8140283, 6976-033909

< Προηγ.   Επόμ. >
2brisi01.JPG
Πως θα φτάσετε
Χάρτες / GPS / SAT
Χρήσιμα τηλέφωνα
Ο καιρός στ' Άγραφα

 Ένας  τόπος  οικολογικής   
 απόδρασης  σας  περιμένει !  
Πατήστε για μεγέθυνση

  Το βήμα των Αγράφων  





      Από  τον  εβδομαδιαίο  
     τύπο της Ευρυτανίας  









 "  Ο  Διαδικτυακός χάρτης     
       του Δήμου Αγράφων   "  


  Συντονιστείτε στα  FM-88.1  

  στη  Δυτική  Ευρυτανία   

  ή  στο διαδίκτυο  LIVE   


 Α κ ο ύ σ τ ε    ζ ω ν τ α ν ά