header image
Αρχική
Τα χωριά μας
Ιστορία και Πρόσωπα
Ο Αγραφιώτης ποταμός
Ο Δήμος
Οι Σύλλογοι
Γιορτές / Εκδηλώσεις
Αξιοθέατα
Τουρισμός
Εφημερίδες / Περιοδικά
Φωτογραφίες / VIDEO
Αγραφιώτικα Βιβλία

   Αγραφιώτικα  ποιήματα  !   
     
 
   Η  φωτογραφία του μήνα !   
 Αγία Απάντα Τροβάτου

     Πανευρυτανική  Ένωση     
     

    
  Η Εφημερίδα των Αγράφων 
      


          Το Μοναστηράκι       
      

    Ελληνομουσείο Αγράφων  
     
      
      
 Βυζαντινό Μουσείο -14 Νοεμ.
     

2o Τουρνουά  Δηλωτής-Τάβλι 
    

 Κατσαντώνης 1775 - 1809 
  Αντώνης Μακρυγιάννης - Κατσαντώνης

     
                
  Για περισσότερες πληροφορίες
    
 
  Καλωσορίσατε στ'  Ά γ ρ α φ α  
     
        Κ α λ ή    Ά ν ο ι ξ η      

           

         

Αρχική arrow Άρθρα | arrow Ταχυδρομείο Αγράφων Ευρυτανίας
Ταχυδρομείο Αγράφων Ευρυτανίας Εκτύπωση E-mail
                Τ ο   τ ε λ ε υ τ α ί ο   μ ο υ   δ ρ ο μ ο λ ό γ ι ο . 
 Ήταν μια μέρα θεοσκότεινη του 1963. Μέρα Μαρτιού φαρμακωμένη. Άνοιξαν οι ουράνιοι καταρράκτες και οι ασκοί του Αιόλου με τους θυελλώδεις ανέμους του. Ξύπνησα νωρίς και κατέβηκα τον πλακόστρωτο δρόμο, μη μπορώντας ν’ ανοίξω την ομπρέλα μου.
Ήπια όρθιος έναν πικρό καφέ στο μαγαζί του Γιώργου Κωστούλα και Πανάγου Καραλή.                          ( αφήγηση  Νικόλαος Γ. Αλεξάκης )
        Σε λίγο έφτασα και μπήκα στο πέτρινο κτήριο του Ταχυδρομικού Γραφείου των Αγράφων. Παρέλαβα από τον καλοσυνάτο και αείμνηστο προϊστάμενό μου, Δημήτρη Παπαγεωργίου, την ταχυδρομική μου τσάντα. Τοποθέτησα μέσα την αλληλογραφία και τις επιταγές με το ανάλογο χρηματικό ποσό, πήρα την τρομπέτα μου, χαιρέτησα τον προϊστάμενό μου και το συνάδελφό μου κ. Αβράμπο Στέφανο, έκαμα το σταυρό μου και ξεκίνησα την εκτέλεση του ταχυδρομικού μου δρομολογίου.
        Διέσχισα την όμορφη πλατεία των Αγράφων με τα θεόρατα και περήφανα, αιωνόβια πλατάνια. Πέρασα τον οικισμό Σκαρφιάδες Αγράφων και ανηφόρησα μέσα σε πουρνάρια και έλατα. Ο αέρας είχε ευτυχώς κοπάσει, όχι όμως και η βροχή, από την οποία με προστάτευε μερικώς η ταλανισμένη από το σφοδρό άνεμο ομπρέλα μου.
        Βγαίνοντας στη ράχη ήμουν μούσκεμα από τον ιδρώτα. Τα δε ρούχα μου από τη μέση και κάτω βάραιναν από το νερό της βροχής, γιατί η ομπρέλα ήταν αδύνατο να με προστατέψει συνολικά.
        Κατηφόρισα περνώντας από τον οικισμό Μπλο των Αγράφων. Φύσηξα δυνατά την τρομπέτα μου. Στο άκουσμά της με καρτέρησε στη μουλαρόστρατα ο αείμνηστος μπαρμπα-Γιαννακός Βαϊτσης. Με άρπαξε από το χέρι και με οδήγησε σαν όμηρο στο ζεστό και φιλόξενο σπίτι του: «Εδώ θα μείνεις! Δε θα πας πουθενά! Όταν περάσει αυτή η θεομηνία, τότε να πας στο καλό σου!»
        Σε λίγο η βροχή σταμάτησε. Τα ρούχα μου είχαν στεγνώσει, αφού για αρκετή ώρα ήμουν πυροκοπά στο αναμμένο τζάκι, που τριζοβολούσαν τα κλωνάρια από πουρνάρι και κρανοέλατα. Τότε αποφάσισα να συνεχίσω το δρομολόγιό μου πιστός στον όρκο μου και στην εκπλήρωση του καθήκοντός μου. Έτσι ένιωθα χαρά και ευτυχία.
        Η βροχή μπορεί να σταμάτησε, αλλά ο Τριδεντριώτης ποταμός άρχισε να φουσκώνει. Ευτυχώς πρόλαβα και πέρασα το πρόχειρο, ξύλινο γεφυράκι και βρέθηκα στο κατάστημα του αείμνηστου και φιλόξενου συντοπίτη μου, Άγγελου Παπαδόπουλου. Με καλοδέχτηκε. Καθώς και οι λίγοι Τριδεντριώτες. Ανάμεσα σ’αυτούς και ο μακαρίτης Αλέξης Σταμπουλτάς, πρόεδρος Τριδένδρου. Αφού μοίρασα την αλληλογραφία, ήπια το τσουχτερό, βουνίσιο τσίπουρο, ανηφόρισα για τη θέση Καμάρες, όπου είναι η εκκλησία Αγ. Δημήτριος, το Δημοτικό Σχολείο, (εκεί αργότερα το σχολικό έτος 1966-67 υπηρέτησα ως δάσκαλος σε 45 καλοσυνάτους μαθητές) και τα περισσότερα σπίτια του χωριού γύρω από το μαγαζάκι του μακαρίτη Τσιάρα Βαγγέλη. Ήπια ένα τσίπουρο, έδωσα τα γράμματα κι έφυγα αμέσως, γιατί ο καιρός άρχισε να σκανδαλίζεται και οι πρώτες σταγόνες έδερναν τους τσίγκους στις στέγες των σπιτιών.
        Κατηφορίζοντας έπιασα την κεντρική μουλαρόστρατα. Η βροχή δυνάμωσε. Σε λίγο έφτασα στο κατεβασμένο ποταμάκι κοντά στην παραδοσιακή βιομηχανία του μακαρίτη Θεώδορου Παρθένη, που αποτελούνταν από ένα νερόμυλο, μια νεροτριβή κι ένα μαντάνι. Ευτυχώς που για γεφύρι ήταν ένα πεσμένο πλατάνι αρκετά χοντρό, που ακουμπούσε σταθερά στις δυο κακοτράχαλες όχθες. Σαν σκίουρος ανέβηκα και περπατώντας προσεχτικά διάβηκα το εμπόδιο.
        Η βροχή συνέχιζε. Απτόητος αλλά και μουσκίδι από τη βροχή και καταϊδρωμένος διαβαίνω τον οικισμό Δένδρου-Βραγγιανών και φτάνω σε λίγο στην όχθη του ποταμού, που έρχεται από τη Γεννήτσαρη-Τροβάτου. Η κοίτη του ποταμού ήταν αρκετά πλατιά με πολλά μικρά και μεγάλα πλατάνια. Το νερό κατέβαζε ορμητικά το φορτίο του από πέτρες, ξύλα, λάσπη, ξεριζωμένα δέντρα κι ότι έβρισκε στο διάβα του.
        Εκεί που στεκόμουν και κοίταζα μπροστά μου τη μανία των στοιχείων της φύσης, ένιωσα πολύ ανήμπορος να επιβληθώ. Για μια στιγμή βλέπω πως η ποσότητα του νερού κυλούσε σύρριζα στην απέναντι όχθη. Όμως ακριβώς δίπλα υπήρχε ένας χοντρός πλάτανος. Δεν άργησα. Σαν αστραπή κινήθηκα και με μιας βρέθηκα πάνω στον πλάτανο κι ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά του με ανοιχτή την ομπρέλα μου, αφού συνέχιζε να βρέχει. Κάποια στιγμή η κατεύθυνση του φουρτουνιασμένου ποταμού άλλαξε επικίνδυνα. Γύρισε κι άρχισε να χτυπά με δύναμη τον κορμό του πλατάνου. Αν και ήταν αρκετά χονδρός ο πλάτανος, κουνιόταν από τη δύναμη του νερού. Με τσάκισε κρύος ιδρώτας και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν τα μυαλωμένα λόγια του μπαρμπα-Γιαννακού.
        Σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων από το ποτάμι υπήρχε ένας μικρός οικισμός, των Κατσιμητραίων (του Ανδρέα και του Λάμπρου). Κάποιος από αυτούς, κοιτάζοντας προς το ποτάμι, είδε μια μαύρη ομπρέλα πάνω σ’ έναν πλάτανο να την κρατάει άνθρωπος, που κινδύνευε. Αμέσως παίρνει το πολεμικό όπλο των ΤΕΑ, ρίχνει στον αέρα τρεις τουφεκιές, αρπάζει μ’ έναν ακόμα μια μακριά ξύλινη σκάλα από τη μία άκρη ο ένας κι από την άλλη ο άλλος και κατηφόρισαν προς το μέρος, για να με σώσουν από βέβαιο αφανισμό.
        Όμως για καλή μου τύχη το μανιασμένο ποτάμι διασκέλισε, υπερπήδησε τον πλάτανο προς το κέντρο του αστροφού και τότε πανευτυχής κατέβηκα και συνέχισα την πορεία μου. Στο δρόμο μου να και οι Κατσιμητραίοι με τη σκάλα στους ώμους τους, οι οποίοι χάρηκαν με το αίσιο τέλος της αποκοτιάς μου και καταλυπήθηκαν για την ταλαιπωρία μου και το επικίνδυνο τόλμημά μου.
        Αφού τους ευχαρίστησα για το άμεσο ενδιαφέρων τους, συνέχισα την πορεία μου καταϊδρωμένος, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο και καταταλαιπωρημένος απερίγραπτα.
        Σε ένα τέταρτο της ώρας και κάτω από καταρρακτώδη βροχή πλησίασα στις παρυφές του Κάτω Μαχαλά του Τροβάτου. Έβγαλα την τρομπέτα μου κι ο ήχος αντήχησε σε όλο το χωριό.
        Πρώτα επισκέφτηκα τον αείμνηστο και μεγάλο ευεργέτη και άριστο γιατρό της περιοχής Αγράφων, Κων/νο Ζαρκαδούλα. Του παρέδωσα την αλληλογραφία του Ιατρείου και κατέβηκα αμέσως στα μαγαζιά των αείμνηστων αδελφών Βασίλη (Τσίλια) και Λεωνίδα Γεωργίου, όπου και τα δύο ήταν γεμάτα από κόσμο.
        Κατόπιν με ανήσυχη γρηγοράδα μοίρασα την αλληλογραφία και κάνα δυο επιταγές σε κατοίκους, που ήταν συγκεντρωμένοι στα δύο μαγαζιά, στην πλατεία των Αγίων Θεωδόρων, των αείμνηστων Δημητρούλα Παπαδημητρίου και Γεωργίου Καλογερομήτρου και στη συνέχεια επισκέφτηκα το Αστυνομικό Τμήμα Τροβάτου, όπου και παρέδωσα τη σχετική αλληλογραφία.
        Δεν παραλείπω να αναφέρω, ότι την αλληλογραφία των Κοινοτήτων, των Σχολείων και της εκκλησίας την παρέδιδα στους Προέδρους ή τους Γραμματείς των Κοινοτήτων, στους Δασκάλους και τους Ιερείς αντίστοιχα, στα γραφεία τους ή στο μαγαζί, αν τύχαινε να είναι παρόντες.
        Συνεχίζοντας το ίδιο δρομολόγιο της ημέρας με πολύ κόπο έφτασα στο μαγαζί του μακαρίτη μπαρμπα-Αντρέα Αντωνίου στον οικισμό Κουστέσας Βραγγιανών. Άφησα τα λίγα γράμματα, που προορίζονταν για τους κατοίκους και κάνα δυο έγγραφα για το Δημοτικό Σχολείο κι έφυγα αμέσως, λίγο πριν νυχτώσει, για το χωριό μου. Φτάνοντας στον Απάνω Μαχαλά μπήκα εξαντλημένος στο μαγαζί του μακαρίτη Άγγελου Χρήστου. Όρθιος μοίρασα την αλληλογραφία και κατευθύνθηκα για το σπίτι μου. Εκεί με περίμενε η αείμνηστη Μανούλα μου, ο αγαπητός μου αδελφός, ο πολύ σεβαστός θείος και Πατέρας Μήτσιος Αλεξάκης (Γραμματέας), η θεια Μήτσαινα, η μακαρίτισσα Βαβά μου και τα αγαπημένα μου ξαδέλφια.
        Άλλαξα τα βρεγμένα ρούχα, ζεστάθηκα στο αναμμένο τζάκι, έβαλα μια χαψιά στο στόμα μου κι έπεσα ξερός στο κρεβάτι.
        Την άλλη μέρα, 21 Μαρτίου 1963, ξύπνησα πρωί πρωί βαρύς κι ασήκωτος. Αισθανόμουν αληθινή λύπη και βαθύ πόνο, γιατί με την ανακοίνωση της απόφασής μου να παραιτηθώ από αγροτικός Διανομέας, θα στεναχωρούσα αφάνταστα τη χαροκαμένη μάνα μου και τους οικείους και συγγενείς μου.
        Κάποια στιγμή κάλεσα τη Μάνα μου και το θείο μου Μήτσο στο ξεχωριστό κουζινάκι μας και με ήρεμη φωνή τους ανακοίνωσα την παραίτησή μου από ταχυδρόμος, γιατί δεν άντεχα την ταλαιπωρία και τους διαρκείς κινδύνους…
 Ακούγοντάς με έμειναν άναυδοι και ψέλλιζαν σχεδόν ρυθμικά γιατί; Γιατί;…
 Δεν έχω να σας πω τίποτα περισσότερο…Η απόφασή μου είναι τελεσίδικη, ανέκκλητος και μη αναστρέψιμη.
        Μάνα, ετοίμασέ μου τη Μούρκα, το μουλάρι. Πάω μέχρι τον οικισμό Στανάδες, μοιράζω την αλληλογραφία, επιστρέφω, παίρνω τη Μούρκα μου και φεύγω ολοταχώς.
        Έτσι κι έγινε. Κατέβηκα στις Στανάδες. Μοίρασα την αλληλογραφία στους συγχωριανούς μου, που ήταν μαζεμένοι στο μαγαζί του μακαρίτη Κώστα Γούλα και του μακαρίτη Γιώργου Τσιώλη, Προέδρου της Κοινότητας Βραγγιανών, έστειλα με έμπιστο συγχωριανό μου τη σχετική αλληλογραφία στον οικισμό Βαλάρι-Βραγγιανών, ήρθα στο πατρικό μου, κρέμασα την τσάντα μου στο σαμάρι της Μούρκας, ανέβηκα καβάλα και σε δύο ώρες περίπου βρέθηκα στα Άγραφα, όπου η έδρα του Ταχυδρομείου. Έδεσα τη Μούρκα μου στον κορμό μιας μουριάς και της έδωσα λίγο χλωρό τριφύλλι και κατόπιν λίγο κριθάρι από το μονοπώλιο των αδελφών Μήτσιου και Γιώργου Σαλαμάρα. Σε λίγο μπήκα στο Ταχυδρομείο. Παρέδωσα την τσάντα, την αλληλογραφία, την τρομπέτα και την παραίτησή μου στον Προϊστάμενό μου, παρουσία και του αγαπητού μου συναδέλφου κ. Αβράμπου Στέφανου. Και οι δυο τους απόρησαν και προσπάθησαν να με πείσουν να αλλάξω γνώμη.
        Τους απάντησα με παρρησία, ότι η απόφασή μου, ύστερα από διακύβευση της ζωής μου πάνω στον πλάτανο, που τον χτυπούσαν με λύσσα τα μανιασμένα νερά του Γεννητσαριώτη, είναι βράχος και η ψυχή μου ατσάλι και πιστεύω πως είναι για το καλό μου ωφέλιμη.
        Με πόνο αλλά και με χαρά χαιρέτησα τα γραμμένα Άγραφα και τους καλοσυνάτους και ορεσίβιους λεβέντες Αγραφιώτες, φόρτωσα τα πράγματά μου στην ήσυχη Μούρκα μου κι επέστρεψα στη ζεστή γωνιά του σπιτιού μου, που ήταν γεμάτη ομόνοια και αγάπη.
        Αυτό ήταν το τελευταίο μου δρομολόγιο στο Ταχ. Αγράφων ως αγροτικός Διανομέας.
        Η κατόπιν σταδιοδρομία μου, ως δασκάλου Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, μαρτυρεί πόσο εύκολα είναι τα δύσκολα πράγματα, όταν υπάρχει ισχυρή θέληση και ότι δεν υπάρχει κακό το οποίο να μην περιέχει και κάποιο καλό: «Ουδέν κακόν αμιγές καλού» έλεγαν οι σοφοί πρόγονοί μας.

( αφήγηση  Νικόλαος Γ. Αλεξάκης )
 Νίκος Γ. Αλεξάκης, Ζαγορίου 6, 14569,
 Άνοιξη Αττικής, τηλ. 210-8140283, 6976-033909

< Προηγ.   Επόμ. >
2glitsa.JPG
Πως θα φτάσετε
Χάρτες / GPS / SAT
Χρήσιμα τηλέφωνα
Ο καιρός στ' Άγραφα

 Ένας  τόπος  οικολογικής   
 απόδρασης  σας  περιμένει !  
Πατήστε για μεγέθυνση

  Το βήμα των Αγράφων  





      Από  τον  εβδομαδιαίο  
     τύπο της Ευρυτανίας  









 "  Ο  Διαδικτυακός χάρτης     
       του Δήμου Αγράφων   "  


  Συντονιστείτε στα  FM-88.1  

  στη  Δυτική  Ευρυτανία   

  ή  στο διαδίκτυο  LIVE   


 Α κ ο ύ σ τ ε    ζ ω ν τ α ν ά